Νομική Εκπαίδευση Προσωπικού της CTC Automotive για τα Δικαιώματα των Καταναλωτών και τις Υποχρεώσεις των Εμπόρων

Η Χ. Μάρκου & Σία ΔΕ.ΠΕ. ολοκλήρωσε με επιτυχία εξειδικευμένο πρόγραμμα νομικής εκπαίδευσης για περίπου 40 μέλη του προσωπικού της CTC Automotive Limited, τα οποία προέρχονταν από τα τμήματα πωλήσεων οχημάτων, πωλήσεων εξαρτημάτων, εξυπηρέτησης πελατών και συνεργείων.

Η εκπαίδευση επικεντρώθηκε σε τρεις ιδιαίτερα σημαντικούς τομείς του κυπριακού και ευρωπαϊκού δικαίου προστασίας του καταναλωτή:

  • Τον Νόμο περί Ορισμένων Πτυχών των Συμβάσεων Πώλησης Αγαθών (Νόμιμη Εγγύηση και Δικαιώματα Καταναλωτών)
    • Τον Νόμο περί Δικαιωμάτων των Καταναλωτών
    • Τον Νόμο περί Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών

Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης αναλύθηκαν πραγματικά παραδείγματα από τον τομέα της αυτοκίνησης, με ιδιαίτερη έμφαση στον τρόπο χειρισμού παραπόνων καταναλωτών, στις υποχρεώσεις των αντιπροσωπειών και στα δικαιώματα που παρέχει η νομοθεσία στους αγοραστές οχημάτων, εξαρτημάτων και άλλων αγαθών.

Η συμμόρφωση με τη νομοθεσία προστασίας του καταναλωτή δεν αποτελεί απλώς νομική υποχρέωση. Αποτελεί σημαντικό εργαλείο ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των πελατών, μείωσης του νομικού κινδύνου και βελτίωσης της συνολικής εμπειρίας εξυπηρέτησης.

Τι καλύφθηκε κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης;

Μέσα από πρακτικά παραδείγματα, πραγματικές υποθέσεις και ανάλυση της πρόσφατης νομοθεσίας και νομολογίας, οι συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζουν καθημερινά οι αντιπροσωπείες, τα συνεργεία και τα τμήματα εξυπηρέτησης πελατών.

Μεταξύ αρκετών άλλων, η εκπαίδευση επικεντρώθηκε στα ακόλουθα ερωτήματα:

Όταν ένας πελάτης παραπονείται ότι το όχημά του παρουσιάζει πρόβλημα, ποιες είναι οι πραγματικές υποχρεώσεις της αντιπροσωπίας;

Πότε πρόκειται πράγματι για περίπτωση έλλειψης συμμόρφωσης; Ποιες περιπτώσεις καλύπτονται από τη νομοθεσία και ποιες όχι; Πότε δημιουργείται ευθύνη για τον πωλητή και ποια είναι τα όρια της;

Υπάρχει διαφορά όταν το πρόβλημα εμφανιστεί λίγες ημέρες μετά την παράδοση του οχήματος;

Ποιες είναι οι συνέπειες όταν μια βλάβη παρουσιαστεί εντός των πρώτων 30 ημερών; Πότε μπορεί να τεθεί ζήτημα αντικατάστασης ή επιστροφής του οχήματος και πώς πρέπει να χειριστεί η επιχείρηση τέτοιες περιπτώσεις;

Μπορεί ο πελάτης να απαιτήσει αμέσως επιστροφή χρημάτων;

Υπάρχει πάντοτε δικαίωμα πρώτης ευκαιρίας για επισκευή; Πότε ενεργοποιούνται πιο δραστικά δικαιώματα του καταναλωτή; Πώς μπορεί μια εταιρεία να διαχειριστεί αποτελεσματικά τέτοια αιτήματα χωρίς να παραβιάζει τη νομοθεσία;

Ποιος αποφασίζει αν θα γίνει επισκευή ή αντικατάσταση;

Μπορεί ο καταναλωτής να επιλέξει τον τρόπο αποκατάστασης; Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο πωλητής μπορεί να αρνηθεί την επιλογή του καταναλωτή; Ποια κριτήρια λαμβάνονται υπόψη;

Τι συμβαίνει όταν η επισκευή δεν επιλύει το πρόβλημα;

Πότε θεωρείται ότι μια επιχείρηση έχει ανταποκριθεί επαρκώς; Πότε μια επαναλαμβανόμενη βλάβη μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω αξιώσεις από τον καταναλωτή;

Ποια είναι η σχέση μεταξύ της νόμιμης εγγύησης και της εμπορικής εγγύησης που προσφέρει ο κατασκευαστής;

Ποιες υποχρεώσεις απορρέουν από τον νόμο και ποιες από την εμπορική εγγύηση; Πώς αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και ποια είναι τα συνηθέστερα λάθη που παρατηρούνται στην πράξη;

Τι πρέπει να γνωρίζει ο καταναλωτής πριν υπογράψει τη σύμβαση αγοράς;

Ποιες πληροφορίες πρέπει να δίνονται υποχρεωτικά πριν από τη σύναψη της σύμβασης; Ποιοι κίνδυνοι δημιουργούνται όταν σημαντικές πληροφορίες παραλείπονται ή παρουσιάζονται με ασαφή τρόπο;

Ποιες ιδιαιτερότητες παρουσιάζουν τα ηλεκτρικά και τα συνδεδεμένα οχήματα;

Ποιες ευθύνες δημιουργούνται σε σχέση με λογισμικό, ενημερώσεις ασφαλείας, εφαρμογές κινητών τηλεφώνων, υπηρεσίες συνδεσιμότητας και άλλα ψηφιακά χαρακτηριστικά που αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος των σύγχρονων οχημάτων;

Τι συμβαίνει όταν καθυστερεί η παράδοση ενός οχήματος;

Ποιες είναι οι υποχρεώσεις της επιχείρησης; Πότε αποκτά δικαιώματα ο καταναλωτής; Πώς μπορεί να αποφευχθεί η δημιουργία νομικού κινδύνου και καταγγελιών;

Πότε μια διαφήμιση ή μια δήλωση πωλητή μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητική;

Πώς αξιολογούνται στην πράξη ισχυρισμοί που αφορούν αυτονομία, κατανάλωση, χρόνο φόρτισης, εξοπλισμό, ψηφιακές λειτουργίες ή προωθητικές προσφορές; Πότε μια παράλειψη πληροφοριών μπορεί να δημιουργήσει ευθύνη για την επιχείρηση;

Ποιες εμπορικές πρακτικές απαγορεύονται από τη νομοθεσία;

Ποιες πρακτικές θεωρούνται παραπλανητικές ή επιθετικές; Ποιοι είναι οι κίνδυνοι για μια επιχείρηση όταν το προσωπικό πωλήσεων δεν γνωρίζει τα όρια που θέτει η νομοθεσία προστασίας του καταναλωτή;

Η εκπαίδευση σχεδιάστηκε με πρακτικό προσανατολισμό και στόχο να βοηθήσει το προσωπικό πωλήσεων, εξυπηρέτησης πελατών και τεχνικής υποστήριξης να αναγνωρίζει έγκαιρα τους νομικούς κινδύνους, να χειρίζεται αποτελεσματικά τα παράπονα καταναλωτών και να εφαρμόζει ορθές πρακτικές συμμόρφωσης κατά την καθημερινή επαφή με τους πελάτες.

Η αξία της εκπαίδευσης σε νομικά θέματα στο τομέα της αυτοκίνησης

Οι σύγχρονες αντιπροσωπείες αυτοκινήτων λειτουργούν σε ένα περιβάλλον αυξημένων κανονιστικών απαιτήσεων. Το γεγονός επίσης ότι τα αυτοκίνητα πλέον έχουν ενσωματωμένα ψηφιακά στοιχεία ή είναι ηλεκτρονικά δημιουργεί καινούριες προκλήσεις στο τομέα της εφαρμογής της νομοθεσίας προστασίας καταναλωτή.  Η ορθή διαχείριση παραπόνων, η συμμόρφωση με τη νομοθεσία προστασίας του καταναλωτή και η αποφυγή αθέμιτων εμπορικών πρακτικών αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη φήμη και τη νομική ασφάλεια κάθε επιχείρησης.

Η Χ. Μάρκου & Σία ΔΕ.ΠΕ. παρέχει εξειδικευμένες εκπαιδεύσεις προσαρμοσμένες στις ανάγκες αντιπροσωπειών αυτοκινήτων, εταιρειών πώλησης εξαρτημάτων, τμημάτων εξυπηρέτησης πελατών και ομάδων after-sales, με στόχο την πρακτική κατανόηση των υποχρεώσεων και δικαιωμάτων που απορρέουν από τη σύγχρονη νομοθεσία προστασίας του καταναλωτή σε απλή γλώσσα. Η εκπαίδευση παρέχεται προσαρμοσμένη και σε κάθε άλλο είδος αγαθού που διατίθεται προς πώληση σε καταναλωτές. Η εκπαίδευση παρέχεται από την δικηγόρο του γραφείου μας, Δρ. Χριστιάνα Μάρκου που διαθέτει εξειδίκευση στο δίκαιο προστασίας καταναλωτή καθώς και πολυετή πείρα στο τομέα της εκπαίδευσης μεταξύ άλλων στο δίκαιο προστασίας καταναλωτή έχοντας παράσχει σχετικές εκπαιδεύσεις και/ή σεμινάρια σε δικηγόρους, επιχειρήσεις και σε λειτουργούς της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή. Στους συμμετέχοντες παρέχεται περιεκτικό υλικό με πολλά πρακτικά παραδείγματα εφαρμογής του νόμου στο οποίο μπορούν να ανατρέχουν οποιαδήποτε στιγμή.

Εάν ενδιαφέρεστε να ενημερώσετε το προσωπικό σας σχετικά με νομικά θέματα που άπτονται του δικαίου προστασίας καταναλωτή, μπορείτε να επικοινωνήσετε για το σκοπό αυτό μαζί ώστε να συζητήσουμε το περιεχόμενο της εκπαίδευσης, να προτείνουμε τις νομοθεσίες που θα πρέπει να καλυφθούν αναλόγως του τομέα της επιχείρησης σας και να διευθετήσουμε τις σχετικές εκπαιδεύσεις.

1o ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΝΟΜΙΚΗΣ και ΙΑΤΡΙΚΗΣ

Η δικηγόρος του γραφείου μας, Χριστιάνα Μάρκου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Νομικής στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου και Legal Expert στην Eunomia Ltd, είχε την τιμή να συμμετάσχει στο πρώτο επιστημονικό συναπάντημα γιατρών και δικηγόρων στο Διεπιστημονικό Συνέδριο Ιατρικής και Νομικής που διοργανώθηκε από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και τον Παγκύπριο Ιατρικό Σύλλογο στις 11/6/2026.

Συγκεκριμένα, συμμετείχε στο πάνελ Ψηφιακή Τεχνολογία, Τεχνητή Νοημοσύνη και Εξελίξεις στο Δίκαιο της Υγείας απαντώντας σε πολύ καίριες ερωτήσεις της συντονίστριας, συναδέλφου Λουΐζας Πρωτόπαπα, Προέδρου του Δικηγορικού Συλλόγου Λεμεσού, σχετικά με τις ιδιαιτερότητες των δεδομένων υγείας και την συγκατάθεση του υποκειμένου ως κατάλληλης ή μη νομιμοποιητικής βάσης επεξεργασίας δεδομένων υγείας. Της δόθηκε επίσης η ευκαιρία να εξηγήσει ότι η συγκατάθεση στο πλαίσιο του GDPR γενικά και στο τομέα της υγείας ειδικότερα, είναι «παρεξηγημένη» καθώς και ότι άλλο η συγκατάθεση σε ιατρική πράξη (ή στην συμμετοχή σε μια έρευνα στο τομέα της υγείας) και άλλο η συγκατάθεση στην επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων που μια ιατρική πράξη ή έρευνα συνήθως προϋποθέτει.

Εξέφρασε, ακόμα, τη χαρά της που το European University Cyprus ήταν εκεί ως ένας από τους κύριους υποστηρικτές και χορηγούς μιας διοργάνωσης νομικών και ιατρικών επιστημόνων της πράξης δηλώνοντας έτσι την παρουσία του στα χαρακώματα.

New Cybersecurity Law starts applying – ensure your company is compliant

What is the CRA?

The Cyber Resilience Act (CRA) is an EU regulation that establishes mandatory cybersecurity requirements for products with digital elements (hardware and software) sold in the European market. Its purpose is to ensure products are secure by design, secure by default, and maintained throughout their lifecycle.

Main Objectives

  • Improve the cybersecurity of digital products.
  • Reduce vulnerabilities in hardware and software.
  • Increase transparency for consumers and businesses.
  • Ensure continuous security updates and vulnerability management.
  • Harmonize cybersecurity rules across all EU Member States.

Scope

The CRA applies to:

  • Software applications
  • Operating systems
  • IoT devices
  • Smart devices
  • Industrial systems
  • Connected hardware and software products

Examples:

  • Smart TVs
  • Smart cameras
  • Routers
  • Mobile applications
  • Connected home devices

For a long list of examples of products caught by the CRA, click here

Key Requirements

  1. Security by Design and by Default

Manufacturers must integrate cybersecurity from the beginning of product development.

  1. Vulnerability Management

Manufacturers must:

  • Identify vulnerabilities
  • Fix vulnerabilities promptly
  • Provide security updates
  1. Incident Reporting

Manufacturers must report actively exploited vulnerabilities and significant security incidents to relevant authorities within specified deadlines.

  1. Documentation and Compliance

Manufacturers must provide:

  • Technical documentation
  • Risk assessments
  • Security information for users
  • EU Declaration of Conformity
  1. Lifecycle Security Support

Security support and updates must continue throughout the product’s expected lifecycle.

Stakeholders Affected

The CRA imposes obligations on:

  • Manufacturers
  • Importers
  • Distributors
  • Economic operators placing digital products on the EU market

Penalties for Non-Compliance

Failure to comply may result in:

  • Fines up to €15 million or
  • 2.5% of global annual turnover (whichever is higher)

 

For Cyprus, the CRA does not need separate national transposition because it is an EU Regulation, not a Directive. That means it becomes directly applicable in all EU Member States, including Cyprus, on the same dates.

CRA timeline for Cyprus:

  • 10 December 2024 → CRA entered into force.
  • 11 June 2026 → Rules on notification of conformity assessment bodies begin to apply.
  • 11 September 2026 → Vulnerability and serious incident reporting obligations start applying. Manufacturers must report actively exploited vulnerabilities and severe incidents.
  • 11 December 2027Main CRA obligations become fully applicable across Cyprus and the EU. This includes:
    • Security by design
    • Security by default
    • Vulnerability management
    • Technical documentation
    • CE conformity requirements
    • Security updates throughout the product lifecycle

Our law firm can offer an applicability assessment of your products for a very reasonable fee, telling you whether your company is caught by this new law and should therefore undergo compliance. If you are interested in this assessment, email us and we will send you a short questionnaire to fill in to enable us to ascertain whether the CRA applies to you. We will let you know within 48 hours.

You also offer training on the CRA or one-hour informative sessions with the responsible employee of your company. If you are interested, please email us for further information.

AI Act Updates in a Nutshell

Is your organization ready?

Legislative Development
On 26 March 2026, the European Parliament approved amendments to the AI Act, initiating trilogue negotiations with the Council of the EU and the European Commission.
The objective is to improve the operational application of the AI Act without changing its core structure.
What’s new?
1. More time for high-risk AI
Deadlines are likely moving:
  • Dec 2027 → standalone high-risk AI
  • Aug 2028 → AI embedded in regulated products
Translation: more time to prepare — but not less responsibility.
2. Clear stance on nudifying AI
  • Explicit ban on generating non-consensual explicit content
  • Development of the tech itself is not banned
  • Exception applies if strong safeguards are in place
But fines remain significant (up to €35M or 7% global turnover)
3. Less duplication for regulated products
AI systems already covered under EU product laws (e.g. medical devices, toys, etc.) will follow a more aligned compliance approach.
Goal: simplify — not weaken — regulation.
4. AI literacy stays (with flexibility)
Companies must still ensure their teams understand AI — but with fewer rigid requirements.
In practice: if your people don’t understand AI, compliance becomes impossible.
5. Registration & data rules refined
  • High-risk AI systems must still be registered
  • Administrative burden reduced
  • Sensitive data can be used for bias detection — but only when strictly necessary
What does this mean for businesses?
This update sends a clear message:
  • The EU is not backing down on AI regulation
  • But it is trying to make compliance more realistic
The key point most are missing
The delay is not final yet.
Negotiations between EU institutions are ongoing — and until they conclude:
  • Existing obligations still apply
  • Timelines are not guaranteed
Bottom line
Don’t treat this as a pause.
Treat it as a window to prepare properly.
Organisations that act now will:
  • reduce compliance risk
  • avoid last-minute disruption
  • gain a competitive advantage

Ερμηνεία Κυπριακού Εφετείου της έννοιας ‘διαφορές από σύμβαση εργασίας’ του Άρθρου 20 του Κανονισμού 1215/2012 Βρυξέλλες Ια για την διεθνή δικαιοδοσία

Ερμηνεία Κυπριακού Εφετείου της έννοιας ‘διαφορές από σύμβαση εργασίας’ του Άρθρου 20 του Κανονισμού 1215/2012 Βρυξέλλες Ια για την διεθνή δικαιοδοσία
Η απόφαση του Εφετείου, ημερομηνίας 9 Απριλίου 2025, αφορά έφεση (E210/21) Κυπριακής εργοδότριας εταιρείας εναντίον απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, με την οποία είχαν ακυρωθεί τα διατάγματα σφράγισης και επίδοσης κλητηρίου εντάλματος προς τον εφεσίβλητο, μόνιμο κάτοικο Ελλάδας τον οποίο εκπροσώπησε το γραφείο μας τόσο πρωτόδικα όσο και κατ’ έφεση. Το Εφετείο εξέτασε εκ νέου το ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας με βάση τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012, καθώς και τη νομική φύση των επίδικων συμβάσεων.
Το Εφετείο συμφώνησε με το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι συμφωνίες εκπαίδευσης και η σύμβαση εργασίας του εφεσίβλητου ήταν ουσιαστικά αλληλένδετες, αφού η εκπαίδευση παρεχόταν με αντάλλαγμα την αποκλειστική παροχή εργασίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Επομένως, η επίδικη απαίτηση δεν μπορούσε να απομονωθεί από το εργασιακό πλαίσιο, καθώς η διεκδίκηση μέρους του κόστους εκπαίδευσης προέκυπτε από την κατ’ ισχυρισμό παραβίαση της εργασιακής υποχρέωσης.
Με βάση την ενωσιακή νομολογία που επικαλέστηκε ο Εφεσίβλητος, η έννοια της “διαφοράς σχετιζόμενης με ατομική σύμβαση εργασίας” ερμηνεύεται ευρέως και αυτοτελώς στο πλαίσιο του Κανονισμού. Αυτό σημαίνει ότι δεν περιορίζεται μόνο στη σύμβαση εργασίας καθαυτή, αλλά καλύπτει και κάθε συναφή σύμβαση που συνδέεται λειτουργικά με αυτήν.
Το Εφετείο έκρινε ότι, επειδή η διαφορά εμπίπτει στο Τμήμα 5 του Κανονισμού (Άρθρα 20–24), εφαρμόζεται η ειδική ρύθμιση που προστατεύει το εργαζόμενο μέρος.
Βάσει του Άρθρου 22(1), ο εργοδότης μπορεί να ασκήσει αγωγή εναντίον του εργαζομένου μόνο ενώπιον των δικαστηρίων του κράτους μέλους όπου ο εργαζόμενος έχει την κατοικία του. Στην προκειμένη περίπτωση, η κατοικία του εφεσίβλητου ήταν στην Ελλάδα· συνεπώς, δικαιοδοσία είχαν αποκλειστικά τα ελληνικά δικαστήρια.
Η εφεσείουσα είχε επικαλεστεί όρο στις συμφωνίες εκπαίδευσης που προέβλεπε αποκλειστική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Κανονισμού, παρόμοια ρήτρα ισχύει σε εργασιακές σχέσεις μόνο εάν συμφωνηθεί μετά τη γένεση της διαφοράς, προκειμένου να προστατεύεται ο εργαζόμενος ως ασθενέστερο μέρος.
Επειδή ο όρος είχε συμπεριληφθεί προγενέστερα, ήταν ανίσχυρος και δεν μπορούσε να μεταβάλει τη διεθνή δικαιοδοσία.
Τέλος, το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της εφεσείουσας ότι δεν ήταν ορθό να εξεταστεί η δικαιοδοσία στο στάδιο της αίτησης ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Υπογράμμισε ότι η ύπαρξη διεθνούς δικαιοδοσίας αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής βάσης αγωγής, σύμφωνα με τους παλιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (Δ.6)
Κατ’ επέκταση, το Εφετείο έκρινε όλους τους λόγους έφεσης αβάσιμους και:
  • επιβεβαίωσε ότι η υπόθεση εμπίπτει στις “διαφορές σχετιζόμενες με ατομικές συμβάσεις εργασίας”,
  • επιβεβαίωσε την αποκλειστική δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων,
  • επικύρωσε τον πρωτόδικο παραμερισμό της σφράγισης και της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος,
Από την ενδελεχή έρευνα του γραφείου μας κατά την προετοιμασία της ακρόασης τόσο της πρωτόδικης αίτησης όσο και της έφεσης, δεν προέκυψε απόφαση δικαστηρίου κράτους μέλους της ΕΕ που να ερμήνευσε την συγκεκριμένη έννοια του Άρθρου 20 του Κανονισμού, επομένως η εν λόγω Κυπριακή απόφαση είναι κατά πάσα πιθανότητα η πρώτη που πραγματεύεται και απαντά απευθείας στο ερώτημα κατά πόσο διαφορές που πηγάζουν από συμφωνητικά εκπαίδευσης εργαζομένων αποτελούν ‘διαφορές από σύμβαση εργασίας’. Την ερμηνεία αυτή υποστήριξε σθεναρά το γραφείο μας με αναφορά σε νομολογία του ΔΕΕ αναφορικά με τους κανόνες ερμηνείας νομοθετικών κειμένων της ΕΕ, στο όλο σύστημα και φιλοσοφία του Κανονισμού και σε Αγγλική νομολογία που πραγματευόταν διαφορετικά πλην όμως αντίστοιχα ερωτήματα.
Την υπόθεση χειρίστηκε, πρωτοδίκως και ενώπιον του Εφετείου, η δικηγόρος του γραφείου μας, Χριστιάνα Μάρκου.
__________________________________________________________
Interpretation by the Cyprus Court of Appeal of the Concept of “matters relating to individual contracts of employment” under Article 20 of Regulation 1215/2012 (Brussels I Recast) on International Jurisdiction
 
The judgment of the Court of Appeal dated 9 April 2025 concerns an appeal lodged by a Cypriot employer-company against a decision of the District Court of Larnaca, by which the orders sealing and serving a writ of summons upon the Respondent — a permanent resident of Greece, represented by our firm both at first instance and on appeal — had been set aside. The Court of Appeal re‑examined the issue of international jurisdiction under Regulation (EU) 1215/2012, as well as the legal character of the agreements at issue.
The Court of Appeal concurred with the first‑instance Court that the training agreements and the Respondent’s employment contract were intrinsically interconnected, as the training was provided in consideration for the exclusive provision of labour for a defined period. Consequently, the disputed claim could not be detached from the employment relationship, since the employer’s claim for reimbursement of part of the training costs arose from the alleged breach of the Respondent’s employment obligations.
Relying on the EU jurisprudence invoked by the Respondent, the Court reaffirmed that the notion of a “matters relating to individual contracts of employment” is interpreted broadly and autonomously within the framework of the Regulation. This interpretation extends beyond the employment contract per se and encompasses any ancillary agreement that is functionally linked to it.
The Court held that, because the dispute falls within Section 5 of the Regulation (Articles 20–24), the specialised protective regime applicable to employees is engaged. Pursuant to Article 22(1), an employer may initiate proceedings against an employee only before the courts of the Member State in which the employee is domiciled. In the present case, the Respondent’s domicile was in Greece; therefore, exclusive jurisdiction lay with the Greek courts.
The Appellant relied on a clause in the training agreements that conferred exclusive jurisdiction on the District Court of Larnaca. The Court of Appeal confirmed that, under Article 23 of the Regulation, such a jurisdiction clause is valid in employment relationships only if agreed after the dispute has arisen, reflecting the protective rationale afforded to the employee as the weaker party. As the clause in question pre‑dated the dispute, it was deemed invalid and incapable of altering the applicable rules of international jurisdiction.
The Court further rejected the Appellant’s submission that jurisdiction should not have been determined at the stage of the application to set aside the writ of summons. It emphasised that the existence of international jurisdiction is an essential component of establishing a prima facie good cause of action under the former Rules of Civil Procedure (O.6).
Accordingly, the Court of Appeal dismissed all grounds of appeal as unfounded and:
-confirmed that the matter falls within the category of “disputes relating to individual employment contracts”;
-affirmed the exclusive jurisdiction of the Greek courts;
-upheld the first‑instance setting aside of the sealing and service of the writ of summons.
Following the extensive research undertaken by our firm during the preparation for both the first‑instance hearing and that of the appeal, no judgment of any EU Member State court was identified which had interpreted this specific concept in Article 20 of the Regulation. It therefore appears likely that this Cypriot judgment is the first to address directly whether disputes arising from employee training agreements constitute “matters relating to individual contracts of employment”. This interpretation was advanced robustly by our firm, by reference to CJEU case law on the interpretative principles governing EU legislative instruments, to the structure and underlying philosophy of the Regulation, and to English jurisprudence addressing different but analogous issues.
The case was handled, both at first instance and before the Court of Appeal, by our firm’s lawyer, Christiana Markou.
1 2 3 16
error: Content is protected !!